Σημασία του ηρεμώ | Babel Free
i.ɾeˈmoΟρισμοί
-
δεν ενεργώ, είμαι σε κατάσταση αδράνειας intransitive
-
έρχομαι σε κατάσταση ψυχικής ισορροπίας μετά από κάποια ψυχική ένταση intransitive
-
ενεργώ έτσι ώστε κάποιος άλλος να ηρεμήσει (2) transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ηρεμώ.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)”
“ηρέμησέ τον πριν γίνει το κακό”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free