Conjugation of ηρεμώ
i.ɾeˈmoέρχομαι σε κατάσταση ψυχικής ισορροπίας μετά από κάποια ψυχική ένταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ηρεμώ |
| εσύ | ηρεμείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηρεμεί |
| εμείς | ηρεμούμε |
| εσείς | ηρεμείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηρεμούν |
Παρατατικός
| εγώ | ηρεμούσα |
| εσύ | ηρεμούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηρεμούσε |
| εμείς | ηρεμούσαμε |
| εσείς | ηρεμούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηρεμούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ηρέμησα |
| εσύ | ηρέμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηρέμησε |
| εμείς | ηρεμήσαμε |
| εσείς | ηρεμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηρέμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ηρεμήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ηρεμήσω |
| εσύ | ηρεμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηρεμήσει |
| εμείς | ηρεμήσουμε |
| εσείς | ηρεμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηρεμήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ηρεμείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ηρέμησε |
| εσείς | ηρεμήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ηρεμήσει |