HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ηρεμώ — definition

Conjugation of ηρεμώ

Regular CEFR C2
i.ɾeˈmo

έρχομαι σε κατάσταση ψυχικής ισορροπίας μετά από κάποια ψυχική ένταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ηρεμώ
εσύ ηρεμείς
αυτός / αυτή / αυτό ηρεμεί
εμείς ηρεμούμε
εσείς ηρεμείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ηρεμούν
Παρατατικός
εγώ ηρεμούσα
εσύ ηρεμούσες
αυτός / αυτή / αυτό ηρεμούσε
εμείς ηρεμούσαμε
εσείς ηρεμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ηρεμούσαν
Αόριστος
εγώ ηρέμησα
εσύ ηρέμησες
αυτός / αυτή / αυτό ηρέμησε
εμείς ηρεμήσαμε
εσείς ηρεμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ηρέμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηρεμήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ηρεμήσω
εσύ ηρεμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ηρεμήσει
εμείς ηρεμήσουμε
εσείς ηρεμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ηρεμήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ηρεμείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ηρέμησε
εσείς ηρεμήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ηρεμήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary