Meaning of ζορμπάς | Babel Free
/zoɾˈbas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
χωριό της Πέλλας, προηγούμενη ονομασία του Μικρού Μοναστηρίου (πλέον στον νομό Θεσσαλονίκης) dated
-
βίαιος, καταπιεστής, καταπιεστικός, αυταρχικός dated, idiomatic
-
εξεγερμένος, στασιαστής, ανυπότακτος, αντάρτης (που διαπράττει βιαιοπραγίες) dated, idiomatic
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.