HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μπολσεβίκος

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1
bol.seˈvi.kos

Ορισμοί

  1. οπαδός του μπολσεβικισμού, αυτός που ανήκει στην πτέρυγα της πλειοψηφίας του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που διασπάστηκε το 1903
  2. ο κομμουνιστής
    dated
  3. ο άνθρωπος που είναι επαναστατικής ιδιοσυγκρασίας, που ρέπει σε ριζικές επαναστατικές λύσεις, ο ατίθασος, ο ζωηρός
    broadly

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

“※ Εγώ είμαι η μπολσεβίκα, με τ’ αλάνια θα γλεντώ, / ρετσίνα θα ρουφάω, γλυκά θα τραγουδάω, / μεγαλεία δεν ψηφάω και τους μάγκες θ’ αγαπώ. (Από τραγούδι σε στίχους και μουσική του Παναγιώτη Τούντα, 1934)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μπολσεβίκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free