Meaning of μπούλης | Babel Free
/ˈbu.lis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο μπέμπης (θηλυκό μπούλα) diminutive, rare
-
αυτός που κάνει μπούλινγκ, που ασκεί φυσική, λεκτική ή ψυχολογική βία στους άλλους· που κάνει νταηλίκια neologism, slang
-
ανώριμος ενήλικας figuratively, offensive
-
κακομαθημένο παιδί figuratively, offensive
Παραδείγματα
“και χαϊδευτικό όνομα Μπούλης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.