Meaning of επι- | Babel Free
/e.pi/Ορισμοί
- α’ συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία:
- πάνω σε ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- σε όλη την επιφάνεια απ’ ό,τι ή με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- το πάνω τμήμα απ’ αυτό που δηλώνει το β’ συνθετικό (ιατρική)
- το έξω τμήμα απ’ αυτό που δηλώνει το β’ συνθετικό
- σε ιεραρχικό βαθμό ανώτερο απ’ ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- της εχθρικής διάθεσης σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- του επόμενου χρονικά σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- της χρονικής σύμπτωσης σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- της επίτασης σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- το πρόθημα, από παλαιότερες συνθέσεις
Παραδείγματα
“επι- (epi-) + βλέπω (vlépo, “to see”) → επιβλέπω (epivlépo, “to oversee, to supervise”)”
“επι- (epi-) + δοκιμάζω (dokimázo, “to test”) → επιδοκιμάζω (epidokimázo, “to approve”)”
“επι- (epi-) + αναλαμβάνω (analamváno, “to take”) → επαναλαμβάνω (epanalamváno, “to repeat”)”
“επιτραπέζιος, έπαυλη, έφιππος”
“επίστρωση, επάργυρος”
“επιγάστριο”
“επιδερμίδα”
“επισμηναγός”
“επίθεση, εφορμώ”
“επιμνημόσυνος”
“εφημερεύω”
“επιταχύνω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.