Σημασία του επι- | Babel Free
e.piΟρισμοί
- α’ συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία:
- πάνω σε ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- σε όλη την επιφάνεια απ’ ό,τι ή με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- το πάνω τμήμα απ’ αυτό που δηλώνει το β’ συνθετικό (ιατρική)
- το έξω τμήμα απ’ αυτό που δηλώνει το β’ συνθετικό
- σε ιεραρχικό βαθμό ανώτερο απ’ ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- της εχθρικής διάθεσης σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- του επόμενου χρονικά σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- της χρονικής σύμπτωσης σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- της επίτασης σε σχέση με ό,τι δηλώνει το β’ συνθετικό
- το πρόθημα, από παλαιότερες συνθέσεις
Ισοδύναμα
Български
повторен
Deutsch
abermalig
an-
aus
dar-
darüber
erhaben
erneut
fertig
mehrmalig
Oberin
obig
passé
um-
vorbei
Vorgesetzter
wiederholentlich
Wiederholt
Ελληνικά
αλλεπάλληλος
ανώτερα
ανωτέρω
αποπάνω
επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμενος
επανειλημμένος
παραπάνω
περιοδικός
προϊστάμενος
συχνός
English
above
above
above
above
coming after
over
over
over
over
over
over
repeated
Repeated
repeated
superior
superior
Suomi
edellä
edelläoleva
erinomainen
kuuntelen
lähijohtaja
päällitse
yläpuolella
yläpuolelle
ylempänä
ylhäällä
ylhäälle
yli
yli-
ylinen
ylitse
yllä
yllä
ylle
Galego
repetido
Latina
celebratus
decantandus
decantatus
dictatus
geminatus
ingeminatus
iteratus
posterus
referendus
repetitus
Lietuvių
ypatingasis
Polski
automatem
automatycznie
ciągły
niejednokrotny
ponad
ponowny
powtórny
powyżej
prepozyt
pryncypał
przełożony
przeszło
wielokrotny
z automatu
za-
zwierzchnik
Παραδείγματα
“επι- (epi-) + βλέπω (vlépo, “to see”) → επιβλέπω (epivlépo, “to oversee, to supervise”)”
“επι- (epi-) + δοκιμάζω (dokimázo, “to test”) → επιδοκιμάζω (epidokimázo, “to approve”)”
“επι- (epi-) + αναλαμβάνω (analamváno, “to take”) → επαναλαμβάνω (epanalamváno, “to repeat”)”
“επιτραπέζιος, έπαυλη, έφιππος”
“επίστρωση, επάργυρος”
“επιγάστριο”
“επιδερμίδα”
“επισμηναγός”
“επίθεση, εφορμώ”
“επιμνημόσυνος”
“εφημερεύω”
“επιταχύνω”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free