Meaning of αλλεπάλληλος | Babel Free
Ορισμοί
ο απανωτός, ο ένας μετά τον άλλο, ο επαναλαμβανόμενος αδιάκοπα, χωρίς διακοπή, συνήθως για κάτι δυσάρεστο ή που καταντά δυσάρεστο λόγω της επιμονής
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.