ενσταλάζω
Ορισμοί
βαθμιαία και σιγά - σιγά κάνω να αναπτυχθεί κάποιο συναίσθημα στην ψυχή κάποιου άλλου: "του ενστάλαξε στην ψυχή αγάπη και συμπόνια",εμβάλλω σταδιακά σε κάποιον κάποιο συναίσθημα
figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ενσταλάζω.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free