Conjugation of ενσταλάζω
en.staˈla.zoβαθμιαία και σιγά - σιγά κάνω να αναπτυχθεί κάποιο συναίσθημα στην ψυχή κάποιου άλλου: "του ενστάλαξε στην ψυχή αγάπη και συμπόνια",εμβάλλω σταδιακά σε κάποιον κάποιο συναίσθημα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενσταλάζω |
| εσύ | ενσταλάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενσταλάζει |
| εμείς | ενσταλάζουμε |
| εσείς | ενσταλάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενσταλάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενστάλαζα |
| εσύ | ενστάλαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενστάλαζε |
| εμείς | ενσταλάζαμε |
| εσείς | ενσταλάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενστάλαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ενστάλαξα |
| εσύ | ενστάλαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενστάλαξε |
| εμείς | ενσταλάξαμε |
| εσείς | ενσταλάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενστάλαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενσταλάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενσταλάξω |
| εσύ | ενσταλάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενσταλάξει |
| εμείς | ενσταλάξουμε |
| εσείς | ενσταλάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενσταλάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ενστάλαζε |
| εσείς | ενσταλάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενστάλαξε |
| εσείς | ενσταλάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενσταλάξει |