HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενσταλάζω — definition

Conjugation of ενσταλάζω

Regular CEFR B2
en.staˈla.zo

βαθμιαία και σιγά - σιγά κάνω να αναπτυχθεί κάποιο συναίσθημα στην ψυχή κάποιου άλλου: "του ενστάλαξε στην ψυχή αγάπη και συμπόνια",εμβάλλω σταδιακά σε κάποιον κάποιο συναίσθημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενσταλάζω
εσύ ενσταλάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ενσταλάζει
εμείς ενσταλάζουμε
εσείς ενσταλάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενσταλάζουν
Παρατατικός
εγώ ενστάλαζα
εσύ ενστάλαζες
αυτός / αυτή / αυτό ενστάλαζε
εμείς ενσταλάζαμε
εσείς ενσταλάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενστάλαζαν
Αόριστος
εγώ ενστάλαξα
εσύ ενστάλαξες
αυτός / αυτή / αυτό ενστάλαξε
εμείς ενσταλάξαμε
εσείς ενσταλάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενστάλαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενσταλάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενσταλάξω
εσύ ενσταλάξεις
αυτός / αυτή / αυτό ενσταλάξει
εμείς ενσταλάξουμε
εσείς ενσταλάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενσταλάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ενστάλαζε
εσείς ενσταλάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενστάλαξε
εσείς ενσταλάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ενσταλάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary