Meaning of ενσταλάξει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
- θα ενσταλάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενσταλάζω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.