Meaning of ενσταλάξουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
- θα ενσταλάξουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενσταλάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.