Meaning of ενστερνίζομαι | Babel Free
/en.sterˈni.zo.me/Ορισμοί
αποδέχομαι με μεγάλη προθυμία και εις βάθος κάτι (άποψη, ιδέα, φιλοσοφία...)
figuratively
Ισοδύναμα
English
Espouse
Παραδείγματα
“※ Αυτή την άποψη ενστερνίζονται και οι Έλληνες τραπεζίτες, οι οποίοι κατέχουν περί τα 50 δισ. ευρώ ελληνικό χρέος (εφημερίδα Ημερησία, 9/10/2011)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.