Meaning of δηλώνω | Babel Free
/ðiˈlono/Ορισμοί
- γνωστοποιώ κάτι που με αφορά σε δημόσια αρχή
- βεβαιώνω ενυπόγραφα (σε ειδικό έντυπο- δήλωση) ότι κάτι είναι αληθινό
- λέω ότι είμαι
- εκφράζω λεκτικά με σαφή τρόπο μία άποψη, επιθυμία ή απόφασή μου
- διατυπώνω άποψη ή απόφασή μου για ένα τρέχον ζήτημα δημόσια, προφορικά ή γραπτά με ένα σύντομο κείμενο
- σημαίνω, φανερώνω
- ορίζω το όνομα (identifier) και τον τύπο δεδομένων μεταβλητής
Ισοδύναμα
English
Declare
Παραδείγματα
“δήλωσε το αυθαίρετο κτίσμα του στην Πολεοδομία, ώστε να μπορέσει αργότερα να το νομιμοποιήσει”
“κάποιοι επαγγελματίες δηλώνουν αναληθώς στη φορολογική τους δήλωση πολύ μικρά εισοδήματα”
“δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν λαμβάνω σύνταξη από κανένα ασφαλιστικό ταμείο”
“δηλώνει ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά όλοι ξέρουν ότι κάνει ύποπτες δουλειές”
“στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις”
“χτες ο Γιάννης μας δήλωσε ότι θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά του”
“ο υπουργός δήλωσε ότι δεν θα γίνουν άλλες προσλήψεις φέτος στο υπουργείο του”
“το χαμόγελό του δηλώνει ικανοποίηση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.