δηλώνω
Ορισμοί
- γνωστοποιώ κάτι που με αφορά σε δημόσια αρχή
- βεβαιώνω ενυπόγραφα (σε ειδικό έντυπο- δήλωση) ότι κάτι είναι αληθινό
- λέω ότι είμαι
- εκφράζω λεκτικά με σαφή τρόπο μία άποψη, επιθυμία ή απόφασή μου
- διατυπώνω άποψη ή απόφασή μου για ένα τρέχον ζήτημα δημόσια, προφορικά ή γραπτά με ένα σύντομο κείμενο
- σημαίνω, φανερώνω
- ορίζω το όνομα (identifier) και τον τύπο δεδομένων μεταβλητής
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of δηλώνω.
Ισοδύναμα
21 more languages
Gàidhligaidich
עבריתהכריז
Italianoprofessare
Nederlandsverklaren
Polskigłosićiścićmanifestowaćobjawiaćobjawićporobićukazaćukazywaćwyznaćwyznawaćzagościćzamanifestowaćzamieszkaćzamieszkiwać
Русскийисповедовать
ไทยนับถือ
Українськаголосити
Παραδείγματα
“δήλωσε το αυθαίρετο κτίσμα του στην Πολεοδομία, ώστε να μπορέσει αργότερα να το νομιμοποιήσει”
“κάποιοι επαγγελματίες δηλώνουν αναληθώς στη φορολογική τους δήλωση πολύ μικρά εισοδήματα”
“δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν λαμβάνω σύνταξη από κανένα ασφαλιστικό ταμείο”
“δηλώνει ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά όλοι ξέρουν ότι κάνει ύποπτες δουλειές”
“στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις”
“χτες ο Γιάννης μας δήλωσε ότι θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά του”
“ο υπουργός δήλωσε ότι δεν θα γίνουν άλλες προσλήψεις φέτος στο υπουργείο του”
“το χαμόγελό του δηλώνει ικανοποίηση”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free