Σημασία του δηλώνω | Babel Free
ðiˈlonoΟρισμοί
- γνωστοποιώ κάτι που με αφορά σε δημόσια αρχή
- βεβαιώνω ενυπόγραφα (σε ειδικό έντυπο- δήλωση) ότι κάτι είναι αληθινό
- λέω ότι είμαι
- εκφράζω λεκτικά με σαφή τρόπο μία άποψη, επιθυμία ή απόφασή μου
- διατυπώνω άποψη ή απόφασή μου για ένα τρέχον ζήτημα δημόσια, προφορικά ή γραπτά με ένα σύντομο κείμενο
- σημαίνω, φανερώνω
- ορίζω το όνομα (identifier) και τον τύπο δεδομένων μεταβλητής
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of δηλώνω.
Ισοδύναμα
Gàidhlig
aidich
עברית
הכריז
Italiano
professare
Nederlands
verklaren
Polski
głosić
iścić
manifestować
objawiać
objawić
porobić
ukazać
ukazywać
wyznać
wyznawać
zagościć
zamanifestować
zamieszkać
zamieszkiwać
Русский
исповедовать
ไทย
นับถือ
Українська
голосити
Παραδείγματα
“δήλωσε το αυθαίρετο κτίσμα του στην Πολεοδομία, ώστε να μπορέσει αργότερα να το νομιμοποιήσει”
“κάποιοι επαγγελματίες δηλώνουν αναληθώς στη φορολογική τους δήλωση πολύ μικρά εισοδήματα”
“δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν λαμβάνω σύνταξη από κανένα ασφαλιστικό ταμείο”
“δηλώνει ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά όλοι ξέρουν ότι κάνει ύποπτες δουλειές”
“στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις”
“χτες ο Γιάννης μας δήλωσε ότι θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά του”
“ο υπουργός δήλωσε ότι δεν θα γίνουν άλλες προσλήψεις φέτος στο υπουργείο του”
“το χαμόγελό του δηλώνει ικανοποίηση”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free