Conjugation of δηλώνω
ðiˈlonoδιατυπώνω άποψη ή απόφασή μου για ένα τρέχον ζήτημα δημόσια, προφορικά ή γραπτά με ένα σύντομο κείμενο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δηλώνω |
| εσύ | δηλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δηλώνει |
| εμείς | δηλώνουμε |
| εσείς | δηλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δηλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | δήλωνα |
| εσύ | δήλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δήλωνε |
| εμείς | δηλώναμε |
| εσείς | δηλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δήλωναν |
Αόριστος
| εγώ | δήλωσα |
| εσύ | δήλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δήλωσε |
| εμείς | δηλώσαμε |
| εσείς | δηλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δήλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δηλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δηλώσω |
| εσύ | δηλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δηλώσει |
| εμείς | δηλώσουμε |
| εσείς | δηλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δηλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δήλωνε |
| εσείς | δηλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δήλωσε |
| εσείς | δηλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δηλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δηλώνομαι |
| εσύ | δηλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δηλώνεται |
| εμείς | δηλωνόμαστε |
| εσείς | δηλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δηλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | δηλωνόμουν |
| εσύ | δηλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δηλωνόταν |
| εμείς | δηλωνόμασταν |
| εσείς | δηλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δηλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | δηλώθηκα |
| εσύ | δηλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δηλώθηκε |
| εμείς | δηλωθήκαμε |
| εσείς | δηλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δηλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δηλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δηλωθώ |
| εσύ | δηλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δηλωθεί |
| εμείς | δηλωθούμε |
| εσείς | δηλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δηλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δηλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δηλώσου |
| εσείς | δηλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δηλωθεί |