Meaning of δίλημμα | Babel Free
/ˈði.li.ma/Ορισμοί
κατάσταση ή πρόβλημα που περιλαμβάνει δύο επιλογές ή δυνατότητες, από τις οποίες καμία δεν είναι απολύτως ικανοποιητική ή εύκολα επιτεύξιμη, οδηγώντας σε λήψη δύσκολων αποφάσεων
Παραδείγματα
“※ Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκάνδαλος με το σουπερποζέ (Πόσες σκανδάλες σε ένα δίκαννο…, Κυνηγεσία, 20/01/2021 https://www.kynigesia.gr/opla-vlitiki/poses-skandales-se-ena-dikanno/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.