γλιτώνω
Ορισμοί
-
σώζω κάποιον από επικείμενο κίνδυνο, βλάβη ή ζημία transitive
-
σώζομαι, απαλλάσσομαι από επικείμενο κίνδυνο, βλάβη ή ζημία intransitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of γλιτώνω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η γυναίκα γλίτωσε από τον άντρα της που την έδερνε.”
The woman got away from her husband who beat her.
“Κανείς δε γλίτωσε από το δυστύχημα.”
Nobody survived the accident.
“Άμα πας έτσι, θα γλιτώσεις χρόνο.”
If you go that way, you'll save time.
“Τη γλίτωσε από τη θάλασσα”
He saved her from the sea.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free