HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γλιτώνω — definition

Conjugation of γλιτώνω

Regular CEFR C2
ɣliˈtono

σώζομαι, απαλλάσσομαι από επικείμενο κίνδυνο, βλάβη ή ζημία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γλιτώνω (γλυτώνω →)
εσύ γλιτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό γλιτώνει
εμείς γλιτώνουμε
εσείς γλιτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά γλιτώνουν
Παρατατικός
εγώ γλίτωνα
εσύ γλίτωνες
αυτός / αυτή / αυτό γλίτωνε
εμείς γλιτώναμε
εσείς γλιτώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά γλίτωναν
Αόριστος
εγώ γλίτωσα
εσύ γλίτωσες
αυτός / αυτή / αυτό γλίτωσε
εμείς γλιτώσαμε
εσείς γλιτώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γλίτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γλιτώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γλιτώσω
εσύ γλιτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό γλιτώσει
εμείς γλιτώσουμε
εσείς γλιτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γλιτώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γλίτωνε
εσείς γλιτώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γλίτωσε
εσείς γλιτώστε
Απαρέμφατο αορίστου
γλιτώσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary