Conjugation of γλιτώνω
ɣliˈtonoσώζομαι, απαλλάσσομαι από επικείμενο κίνδυνο, βλάβη ή ζημία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γλιτώνω (γλυτώνω →) |
| εσύ | γλιτώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γλιτώνει |
| εμείς | γλιτώνουμε |
| εσείς | γλιτώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γλιτώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | γλίτωνα |
| εσύ | γλίτωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γλίτωνε |
| εμείς | γλιτώναμε |
| εσείς | γλιτώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γλίτωναν |
Αόριστος
| εγώ | γλίτωσα |
| εσύ | γλίτωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γλίτωσε |
| εμείς | γλιτώσαμε |
| εσείς | γλιτώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γλίτωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γλιτώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γλιτώσω |
| εσύ | γλιτώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γλιτώσει |
| εμείς | γλιτώσουμε |
| εσείς | γλιτώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γλιτώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γλίτωνε |
| εσείς | γλιτώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γλίτωσε |
| εσείς | γλιτώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γλιτώσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.