Meaning of αφτί | Babel Free
/aˈfti/Ορισμοί
- το όργανο της ακοής
- η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος το ύψος μιας μουσικής νότας και τις νότες από τις οποίες αποτελείται μια μουσική φράση
- μέρος αντικειμένου που έχει το σχήμα αφτιού
Παραδείγματα
“Παίζει μουσική με το αφτί, δεν ξέρει να διαβάζει νότες.”
“η χειρολαβή ενός ποτηριού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.