Meaning of αποπνέω | Babel Free
/a.poˈpne.o/Ορισμοί
- μυρίζω, βγάζω μια (ευχάριστη ή άσχημη) μυρωδιά
-
έχω κάποια θετικά χαρακτηριστικά, συναισθήματα κ.λπ. κι αυτό γίνεται φανερό στους άλλους, αισθάνονται πως τα έχω figuratively
Παραδείγματα
“Το πρόσωπό του αποπνέει εμπιστοσύνη.”
His face transmits trust.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.