Conjugation of αποπνέω
a.poˈpne.oέχω κάποια θετικά χαρακτηριστικά, συναισθήματα κ.λπ. κι αυτό γίνεται φανερό στους άλλους, αισθάνονται πως τα έχω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποπνέω |
| εσύ | αποπνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπνέει |
| εμείς | αποπνέουμε |
| εσείς | αποπνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπνέουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέπνεα |
| εσύ | απέπνεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέπνεε |
| εμείς | αποπνέαμε |
| εσείς | αποπνέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέπνεαν |
Αόριστος
| εγώ | απέπνευσα |
| εσύ | απέπνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέπνευσε |
| εμείς | αποπνεύσαμε |
| εσείς | αποπνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέπνευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποπνεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποπνεύσω |
| εσύ | αποπνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποπνεύσει |
| εμείς | αποπνεύσουμε |
| εσείς | αποπνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποπνεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόπνεε |
| εσείς | αποπνέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόπνευσε |
| εσείς | αποπνεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποπνεύσει |