HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποπνέω — definition

Conjugation of αποπνέω

Regular CEFR B1
a.poˈpne.o

έχω κάποια θετικά χαρακτηριστικά, συναισθήματα κ.λπ. κι αυτό γίνεται φανερό στους άλλους, αισθάνονται πως τα έχω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποπνέω
εσύ αποπνέεις
αυτός / αυτή / αυτό αποπνέει
εμείς αποπνέουμε
εσείς αποπνέετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπνέουν
Παρατατικός
εγώ απέπνεα
εσύ απέπνεες
αυτός / αυτή / αυτό απέπνεε
εμείς αποπνέαμε
εσείς αποπνέατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέπνεαν
Αόριστος
εγώ απέπνευσα
εσύ απέπνευσες
αυτός / αυτή / αυτό απέπνευσε
εμείς αποπνεύσαμε
εσείς αποπνεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέπνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποπνεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποπνεύσω
εσύ αποπνεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποπνεύσει
εμείς αποπνεύσουμε
εσείς αποπνεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποπνεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόπνεε
εσείς αποπνέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόπνευσε
εσείς αποπνεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποπνεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary