HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απολύω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/a.poˈli.o/

Ορισμοί

  1. διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα)
  2. αποφυλακίζω, απελευθερώνω
  3. λήγει η θητεία ενός στρατιώτη και του χορηγώ απολυτήριο
  4. χορηγώ απολυτήριο επιτρέποντάς του να συνεχίσει στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης
  5. περατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό
    vulgar

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Της είχαν τηλεφωνήσει πως τον είχαν απολύσει απ’ τις φυλακές της Αίγινας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απολύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course