απολύω
Ορισμοί
- διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα)
- αποφυλακίζω, απελευθερώνω
- λήγει η θητεία ενός στρατιώτη και του χορηγώ απολυτήριο
- χορηγώ απολυτήριο επιτρέποντάς του να συνεχίσει στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης
-
περατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό vulgar
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of απολύω.
Ισοδύναμα
16 more languages
Catalàdestituir
Češtinapropustit
Italianolicenziare
日本語解雇する
Portuguêsdespedir
Românăconcedia
Türkçeaçığa almak
Українськадемобілізувати
Παραδείγματα
“※ Της είχαν τηλεφωνήσει πως τον είχαν απολύσει απ’ τις φυλακές της Αίγινας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free