Meaning of απολύω | Babel Free
/a.poˈli.o/Ορισμοί
- διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα)
- αποφυλακίζω, απελευθερώνω
- λήγει η θητεία ενός στρατιώτη και του χορηγώ απολυτήριο
- χορηγώ απολυτήριο επιτρέποντάς του να συνεχίσει στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης
-
περατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό vulgar
Παραδείγματα
“※ Της είχαν τηλεφωνήσει πως τον είχαν απολύσει απ’ τις φυλακές της Αίγινας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.