Σημασία του απολύω | Babel Free
a.poˈli.oΟρισμοί
- διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα)
- αποφυλακίζω, απελευθερώνω
- λήγει η θητεία ενός στρατιώτη και του χορηγώ απολυτήριο
- χορηγώ απολυτήριο επιτρέποντάς του να συνεχίσει στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης
-
περατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό vulgar
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of απολύω.
Ισοδύναμα
Català
destituir
Čeština
propustit
English
demob
discharge
fire
fire
fire
fire
lay off
release
release
sack
to dismiss
to hurry
to release
Italiano
licenziare
日本語
解雇する
Português
despedir
Română
concedia
Türkçe
açığa almak
Українська
демобілізувати
Παραδείγματα
“※ Της είχαν τηλεφωνήσει πως τον είχαν απολύσει απ’ τις φυλακές της Αίγινας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free