HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← απολύω — definition

Conjugation of απολύω

Regular CEFR C2
a.poˈli.o

περατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απολύω
εσύ απολύεις
αυτός / αυτή / αυτό απολύει
εμείς απολύουμε
εσείς απολύετε
αυτοί / αυτές / αυτά απολύουν
Παρατατικός
εγώ απέλυα
εσύ απέλυες
αυτός / αυτή / αυτό απέλυε
εμείς απολύαμε
εσείς απολύατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέλυαν
Αόριστος
εγώ απέλυσα
εσύ απέλυσες
αυτός / αυτή / αυτό απέλυσε
εμείς απολύσαμε
εσείς απολύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απολύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απολύσω
εσύ απολύσεις
αυτός / αυτή / αυτό απολύσει
εμείς απολύσουμε
εσείς απολύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά απολύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόλυε
εσείς απολύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόλυσε
εσείς απολύστε
Απαρέμφατο αορίστου
απολύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ απολύομαι
εσύ απολύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό απολύεται
εμείς απολυόμαστε
εσείς απολύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά απολύονται
Παρατατικός
εγώ απολυόμουν
εσύ απολυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό απολυόταν
εμείς απολυόμασταν
εσείς απολυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά απολύονταν
Αόριστος
εγώ απολύθηκα
εσύ απολύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό απολύθηκε
εμείς απολυθήκαμε
εσείς απολυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά απολύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα απολυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ απολυθώ
εσύ απολυθείς
αυτός / αυτή / αυτό απολυθεί
εμείς απολυθούμε
εσείς απολυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά απολυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς απολύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απολύσου
εσείς απολυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
απολυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary