Conjugation of απολύω
a.poˈli.oπερατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απολύω |
| εσύ | απολύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απολύει |
| εμείς | απολύουμε |
| εσείς | απολύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απολύουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέλυα |
| εσύ | απέλυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέλυε |
| εμείς | απολύαμε |
| εσείς | απολύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέλυαν |
Αόριστος
| εγώ | απέλυσα |
| εσύ | απέλυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέλυσε |
| εμείς | απολύσαμε |
| εσείς | απολύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέλυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απολύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απολύσω |
| εσύ | απολύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απολύσει |
| εμείς | απολύσουμε |
| εσείς | απολύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απολύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόλυε |
| εσείς | απολύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόλυσε |
| εσείς | απολύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απολύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απολύομαι |
| εσύ | απολύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απολύεται |
| εμείς | απολυόμαστε |
| εσείς | απολύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απολύονται |
Παρατατικός
| εγώ | απολυόμουν |
| εσύ | απολυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | απολυόταν |
| εμείς | απολυόμασταν |
| εσείς | απολυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απολύονταν |
Αόριστος
| εγώ | απολύθηκα |
| εσύ | απολύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απολύθηκε |
| εμείς | απολυθήκαμε |
| εσείς | απολυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απολύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απολυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απολυθώ |
| εσύ | απολυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απολυθεί |
| εμείς | απολυθούμε |
| εσείς | απολυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απολυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απολύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απολύσου |
| εσείς | απολυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απολυθεί |