αιχμή
Ορισμοί
- η μυτερή άκρη ενός αντικειμένου, κυρίως όπλου
- απότομη αύξηση μιας ποσότητας
- οξύς υπαινιγμός σε διάλογο, λεκτική αντιπαράθεση
Ισοδύναμα
24 more languages
Cymraegedliw
DeutschScheitelpunktspitzeSpötteleispöttische BemerkungSticheleiÜbereinstimmenWendepunktzusammenpassen
فارسیجزء
Gaeilgecuspa
Magyarcsúcs
Íslenskahnjóðsyrði
Kurdîpîk
Türkçetaşak
Παραδείγματα
“βούτηξε την αιχμή του βέλους του σε δηλητήριο”
“να αποφεύγετε το κέντρο της πόλης τις ώρες της κυκλοφοριακής αιχμής”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free