HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδίστακτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/aˈði.sta.ktos/

Ορισμοί

που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, που δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό

Παραδείγματα

“※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδίστακτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course