αδίστακτος
Ισοδύναμα
27 more languages
Azərbaycan dilivicdansız
Българскибезскрупулен
Danskskrupelløs
Deutschbedenkenlosbrutalstmöglichgewissenloshemmungslosrabiatraubauzigruchlosrücksichtslosskrupellosunbarmherzigunnachsichtig
Magyargátlástalan
한국어무자비하다
Latinacrudelis
Latviešuasiņains
Portuguêsinescrupuloso
ไทยเหี้ยม
Українськанещадний
Παραδείγματα
“※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free