Σημασία του αδίστακτος | Babel Free
aˈði.sta.ktosΙσοδύναμα
Azərbaycan dili
vicdansız
Български
безскрупулен
Dansk
skrupelløs
Deutsch
bedenkenlos
brutalstmöglich
gewissenlos
hemmungslos
rabiat
raubauzig
ruchlos
rücksichtslos
skrupellos
unbarmherzig
unnachsichtig
Magyar
gátlástalan
한국어
무자비하다
Latina
crudelis
Latviešu
asiņains
Português
inescrupuloso
ไทย
เหี้ยม
Українська
нещадний
Παραδείγματα
“※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free