Meaning of αμείλικτος | Babel Free
Ορισμοί
σκληρός, με αδυσώπητο ύφος (ύφος που δεν αλλάζει σε μειλίχιο, χωρίς έλεος)
Ισοδύναμα
English
inexorable
Παραδείγματα
“αμείλικτη κριτική, η αμείλικτη εκδίκηση, ο αμείλικτος πόλεμος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.