HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδήριτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈði.ɾi.tos/

Ορισμοί

ακατανίκητος, ακαταμάχητος, επιτακτικός

Παραδείγματα

“αδήριτη ανάγκη”

dire necessity

“αδήριτη ανάγκη / υποχρέωση”
“※ η απώλεια της Ελληνικής Γλώσσας και της Ορθόδοξης Χριστιανικής μας πίστης και λατρείας οδηγεί κατά μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη Βρετανικοποίηση και την τελική εξαφάνισή μας ως Ελλήνων της Διασποράς. Αυτή, δυστυχώς, είναι η αδήριτη πραγματικότητα (Χάρης Μεττής, Το Πνεύμα των Θυατείρων: Η τριακονταετής υπηρεσία του χαρισματικού Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Γρηγορίου, εκδ. Ακακία, 2018)”
“※ Η αναποτελεσματικότητα των κυβερνήσεών του συνδέεται με την αδυναμία αντιμετώπισης αυτού του αδήριτου διλήμματος (Ι. Κοκκινάκης, Νόμισμα και πολιτική στην Ελλάδα, 1830-1910, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1999, σελ. 566)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδήριτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course