Meaning of αδηφάγος | Babel Free
Ορισμοί
- που καταβροχθίζει μεγάλη ποσότητα φαγητού
-
λαίμαργος, άπληστος, ασυγκράτητος figuratively
-
που καταστρέφει ό,τι βρει στο πέρασμά του, καταστροφικός figuratively
Ισοδύναμα
English
Glutton
Παραδείγματα
“αδηφάγο βλέμμα”
“αδηφάγο τέρας η φωτιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.