Meaning of λαίμαργος | Babel Free
/ˈle.maɾ.ɣos/Ορισμοί
- που δε χορταίνει να τρώει, που έχει ακόρεστη όρεξη για φαγητό
- που τρώει με μεγάλη ταχύτητα και βουλιμία
-
που έχει απληστία και δεν ικανοποιείται εύκολα figuratively
Ισοδύναμα
English
Glutton
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.