HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μανιώδης

Επίθετο CEFR B2
ma.niˈo.ðis

Ορισμοί

  1. που έχει μια συνήθεια σε πολύ μεγάλο βαθμό, που έχει μανία με κάτι
  2. κάτι που γίνεται με υπερβολικό πάθος ή συχνότητα, μανιωδώς

Ισοδύναμα

37 more languages
العربيةأكولغِيكقرشبمهوس
Българскилакомнеистов
Esperantofreneza
فارسیخورهگیک
Gàidhligcraosach
Galegovoraz
עבריתחנון
Bahasa Indonesiaedan
Македонскиненаситен
Türkçehummalı
Українськаненажерливий
中文極客

Παραδείγματα

“μανιώδης καπνιστής, μανιώδης συλλέκτης γραμματοσήμων, μανιώδης με την καθαριότητα”
“μανιώδες κάπνισμα / με μανιώδη τρόπο / μανιώδης ενασχόληση με τους υπολογιστές”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μανιώδης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free