HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αχόρταγος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈxoɾ.ta.ɣos/

Ορισμοί

  1. άλλη μορφή του αχόρταστος
  2. αυτός που δε χορταίνει εύκολα, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει εύκολα το αίσθημα της πείνας
  3. για συναίσθημα ή για ψυχική ανάγκη τόσο έντονη, που δεν μπορεί εύκολα κανείς να την ικανοποιήσει
    figuratively
  4. για άνθρωπο άπληστο, πλεονέκτη
    figuratively

Παραδείγματα

“αχόρταγος άνθρωπος”
“αχόρταγη επιθυμία για εκδίκηση”
“αχόρταγο είναι το μάτι του ανθρώπου”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αχόρταγος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course