Meaning of αχόρταγος | Babel Free
/aˈxoɾ.ta.ɣos/Ορισμοί
- άλλη μορφή του αχόρταστος
- αυτός που δε χορταίνει εύκολα, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει εύκολα το αίσθημα της πείνας
-
για συναίσθημα ή για ψυχική ανάγκη τόσο έντονη, που δεν μπορεί εύκολα κανείς να την ικανοποιήσει figuratively
-
για άνθρωπο άπληστο, πλεονέκτη figuratively
Παραδείγματα
“αχόρταγος άνθρωπος”
“αχόρταγη επιθυμία για εκδίκηση”
“αχόρταγο είναι το μάτι του ανθρώπου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.