HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ακατάκτητος

Επίθετο θηλυκό CEFR C1
a.kaˈta.kti.tos

Ορισμοί

  1. που δεν έχει κατακτηθεί (συνήθως με την έννοια της κατοχής από ξένη δύναμη), που δεν έχει χάσει την κυριαρχία του
  2. που δεν μπορεί να κατακτηθεί, απόρθητος, ακατανίκητος

Ισοδύναμα

19 more languages

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ακατάκτητος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free