Meaning of ακατάκτητος | Babel Free
/a.kaˈta.kti.tos/Ορισμοί
- που δεν έχει κατακτηθεί (συνήθως με την έννοια της κατοχής από ξένη δύναμη), που δεν έχει χάσει την κυριαρχία του
- που δεν μπορεί να κατακτηθεί, απόρθητος, ακατανίκητος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.