HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αγρυπνία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
aˈɣɾip.ɲa

Ορισμοί

  1. το να παραμένει κανείς ξύπνιος κατά τη διάρκεια της νύχτας
    formal
  2. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας
    vulgar
  3. θρησκευτική τελετή που γίνεται τις νυχτερινές ώρες

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“Η αγρυπνία της τον έκανε να είναι κουρασμένος όλη μέρα.”

Her staying awake all night made him tired all day.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αγρυπνία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free