Meaning of αϋπνία | Babel Free
/aipˈnia/Ορισμοί
- το να μην κοιμάται κανείς κατά τη διάρκεια της νύχτας
- η αδυναμία να κοιμηθείς, ενώ το θέλεις
Ισοδύναμα
English
insomnia
Παραδείγματα
“υποφέρω από αϋπνίες”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.