HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αϋπνία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
aipˈnia

Ορισμοί

  1. το να μην κοιμάται κανείς κατά τη διάρκεια της νύχτας
  2. η αδυναμία να κοιμηθείς, ενώ το θέλεις

Ισοδύναμα

17 more languages
العربيةسهر
Ελληνικάαγρυπνία
Esperantosendormeco
Italianoinsonnia
한국어불면증
Nederlandsslapeloosheid
Русскийбессонница
Türkçeuykusuzluk
Українськабезсоння
中文失眠
繁體中文失眠

Παραδείγματα

“υποφέρω από αϋπνίες”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αϋπνία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free