αϋπνίες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αϋπνία
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τελευταία τον βασανίζουν συνεχείς αϋπνίες.”
Lately he is tormented by constant bouts of insomnia.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free