Σημασία του αγκάθι | Babel Free
[aŋ.ˈɡa.θi]Ορισμοί
- αιχμηρό και σκληρό όργανο των φυτών, που τα προστατεύει από τους εχθρούς τους
-
κάθε φυτό που έχει αγκάθια, κυρίως στο άνθος του figuratively
- το κόκαλο του σκελετού των ψαριών
- κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στα Εχινόδερμα (Echinodermata) εφόσον είναι σκληρή
- κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στους σκαντζόχοιρους
-
μεγάλη ενόχληση figuratively
Ισοδύναμα
Afrikaans
doring
Azərbaycanca
tikan
Български
трън
Català
aculi
Dansk
torn
Esperanto
dorno
Eesti
astel
Euskara
arantza
فارسی
خار
Suomi
piikki
Gaeilge
dealg
Galego
espiñar
עברית
קוץ
Magyar
tövis
Հայերեն
փուշ
ქართული
ეკალი
Latina
spina
Latviešu
ērkšķis
Македонски
трн
Nederlands
doorn
Português
espinho
Română
spin
Slovenčina
tŕň
Shqip
ferre
Svenska
törne
ไทย
หนาม
Українська
колючка
Παραδείγματα
“Τα τριαντάφυλλα έχουν αγκάθια.”
Roses have thorns.
“Πρόσεχε καθώς μαζεύεις τα τριαντάφυλλα, γιατί αν σου μπει ένα αγκάθι στο δάχτυλο, θα πονέσει πολύ”
“Το ζήτημα των φόρων παραμένει το μεγαλύτερο αγκάθι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κομμάτων, εμποδίζοντας την τελική συμφωνία.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free