αγκάθι
Ορισμοί
- αιχμηρό και σκληρό όργανο των φυτών, που τα προστατεύει από τους εχθρούς τους
-
κάθε φυτό που έχει αγκάθια, κυρίως στο άνθος του figuratively
- το κόκαλο του σκελετού των ψαριών
- κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στα Εχινόδερμα (Echinodermata) εφόσον είναι σκληρή
- κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στους σκαντζόχοιρους
-
μεγάλη ενόχληση figuratively
Ισοδύναμα
37 more languages
Afrikaansdoring
Azərbaycan dilitikan
Българскитрън
Catalàaculi
Dansktorn
Esperantodorno
Eestiastel
Euskaraarantza
فارسیخار
Suomipiikki
Gaeilgedealg
Galegoespiñar
עבריתקוץ
Magyartövis
Հայերենփուշ
ქართულიეკალი
한국어가시
Latinaspina
Latviešuērkšķis
Македонскитрн
Nederlandsdoorn
Portuguêsespinho
Românăspin
Slovenčinatŕň
Shqipferre
Svenskatörne
ไทยหนาม
Українськаколючка
Παραδείγματα
“Τα τριαντάφυλλα έχουν αγκάθια.”
Roses have thorns.
“Πρόσεχε καθώς μαζεύεις τα τριαντάφυλλα, γιατί αν σου μπει ένα αγκάθι στο δάχτυλο, θα πονέσει πολύ”
“Το ζήτημα των φόρων παραμένει το μεγαλύτερο αγκάθι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κομμάτων, εμποδίζοντας την τελική συμφωνία.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free