Meaning of ψήφος | Babel Free
/ˈpsi.fos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- μικρή πέτρα που έχει λειανθεί με τριβή, όπως λιθάρι, χαλίκι, βότσαλο, πολύτιμος λίθος
- οποιοδήποτε υλικό μέσον με το οποίο επιχειρείται ψηφοφορία, αυτό μπορεί να είναι σφαιρίδιο, ή ειδικό δελτίο από χαρτί που έχει προηγούμενα οριστεί, (ψηφοδέλτιο), ή άλλο υλικό (π.χ. όστρακο), ή ακόμα και η ανάταση του χεριού του ψηφοφόρου.
- η γνώμη που εκφράζεται με τη ψήφο σε ψηφοφορία,
- το δικαίωμα συμμετοχής σε ψηφοφορία
Παραδείγματα
“δόθηκε ψήφος στα 18”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.