HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φρεσκάρω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. κάνω κάτι να μοιάζει φρέσκο, το ανανεώνω ή το αναζωογονώ ώστε να αποκτήσει όντως τα χαρακτηριστικά του φρέσκου και δροσερού
  2. : δυναμώνει η έντασή του και γίνεται πιο ψυχρός

Παραδείγματα

“φρεσκάρω το δωμάτιο (το βάφω)/φρεσκάρω τα γαλλικά μου (προσπαθώ να τα ξαναθυμηθώ)”
“Πάω να φρεσκαριστώ (να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, να αλλάξω ρούχα, να κάνω ένα ντους, να αναζωογονηθώ)”
“φρεσκάρω το μακιγιάζ, την κόμμωση των μαλλιών : ανανεώνω”
“φρεσκάρω' τα λουλούδια στο βάζο (πετάω τα μαραμένα και βάζω άλλα)”
“Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο! (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φρεσκάρω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course