HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναπαλαιώνω | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. κάνω κάτι να φαίνεται σαν παλιό
  2. αποκαθιστώ κάτι στη μορφή που είχε παλαιότερα

Παραδείγματα

“※ Στο εξωτερικό υπάρχουν δεκάδες σύλλογοι που αναπαλαιώνουν και διατηρούν ιστορικά στρατιωτικά οχήματα. Από το 1985 στην Ελλάδα υπάρχει ο Σύλλογος Διατηρήσεως Ιστορικών Οχημάτων με σκοπό την αναζήτηση, την περισυλλογή, την αναπαλαίωση και τη διατήρηση αντιπροσωπευτικών οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ελληνικό Στρατό την περίοδο 1940 - 1960. (εφημερίδα Το Βήμα, 17/10/2013)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναπαλαιώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course