HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φρεσκάρω — definition

Conjugation of φρεσκάρω

Regular CEFR C2

κάνω κάτι να μοιάζει φρέσκο, το ανανεώνω ή το αναζωογονώ ώστε να αποκτήσει όντως τα χαρακτηριστικά του φρέσκου και δροσερού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φρεσκάρω
εσύ φρεσκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό φρεσκάρει
εμείς φρεσκάρουμε
εσείς φρεσκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φρεσκάρουν
Παρατατικός
εγώ φρέσκαρα
εσύ φρέσκαρες
αυτός / αυτή / αυτό φρέσκαρε
εμείς φρεσκάραμε
εσείς φρεσκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά φρέσκαραν
Αόριστος
εγώ φρέσκαρα
εσύ φρέσκαρες
αυτός / αυτή / αυτό φρέσκαρε
εμείς φρεσκάραμε
εσείς φρεσκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά φρέσκαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φρεσκάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φρεσκάρω
εσύ φρεσκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό φρεσκάρει
εμείς φρεσκάρουμε
εσείς φρεσκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φρεσκάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φρέσκαρε
εσείς φρεσκάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φρέσκαρε
εσείς φρεσκάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
φρεσκάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φρεσκάρομαι
εσύ φρεσκάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φρεσκάρεται
εμείς φρεσκαριζόμαστε
εσείς φρεσκάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φρεσκάρονται
Παρατατικός
εγώ φρεσκαριζόμουν
εσύ φρεσκαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φρεσκαριζόταν
εμείς φρεσκαριζόμασταν
εσείς φρεσκαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φρεσκάρονταν
Αόριστος
εγώ φρεσκαρίστηκα
εσύ φρεσκαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό φρεσκαρίστηκε
εμείς φρεσκαριστήκαμε
εσείς φρεσκαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φρεσκαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φρεσκαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φρεσκαριστώ
εσύ φρεσκαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό φρεσκαριστεί
εμείς φρεσκαριστούμε
εσείς φρεσκαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φρεσκαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φρεσκάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φρεσκαρίσου
εσείς φρεσκαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φρεσκαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary