Meaning of υπάγω | Babel Free
/iˈpa.ɣo/Ορισμοί
- θέτω κάτι κάτω από μια γενικότερη κατηγορία, κατατάσσω σε κατηγορία όπως ιεραρχική βαθμίδα, ταξινομική, διοικητική
-
πάω dated
Ισοδύναμα
English
Subsume
Παραδείγματα
“Ο διευθυντής το υπήγαγε αυτό στον τομέα ασφαλιστηρίων (το ενέταξε κάτω από...)”
“Αυτό υπάγεται στην διεύθυνση ασφαλιστηρίων”
“Υπάγεται στα θηλαστικά, στα μονοκοτυλήδονα κ.λπ.”
“※ παιδικό τραγούδι @snhell Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”
“Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς δεν περνάς Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς περνάς. Θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, δεν περνώ θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, περνώ.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.