HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υπάγω | Babel Free

Verb CEFR B1
/iˈpa.ɣo/

Ορισμοί

  1. θέτω κάτι κάτω από μια γενικότερη κατηγορία, κατατάσσω σε κατηγορία όπως ιεραρχική βαθμίδα, ταξινομική, διοικητική
  2. πάω
    dated

Ισοδύναμα

English Subsume

Παραδείγματα

“Ο διευθυντής το υπήγαγε αυτό στον τομέα ασφαλιστηρίων (το ενέταξε κάτω από...)”
“Αυτό υπάγεται στην διεύθυνση ασφαλιστηρίων”
“Υπάγεται στα θηλαστικά, στα μονοκοτυλήδονα κ.λπ.”
“※ παιδικό τραγούδι @snhell Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”
“Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς δεν περνάς Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς περνάς. Θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, δεν περνώ θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, περνώ.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υπάγω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course