υπάγω
Ορισμοί
- θέτω κάτι κάτω από μια γενικότερη κατηγορία, κατατάσσω σε κατηγορία όπως ιεραρχική βαθμίδα, ταξινομική, διοικητική
-
πάω dated
Ισοδύναμα
11 more languages
Παραδείγματα
“Ο διευθυντής το υπήγαγε αυτό στον τομέα ασφαλιστηρίων (το ενέταξε κάτω από...)”
“Αυτό υπάγεται στην διεύθυνση ασφαλιστηρίων”
“Υπάγεται στα θηλαστικά, στα μονοκοτυλήδονα κ.λπ.”
“※ παιδικό τραγούδι @snhell Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”
“Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς δεν περνάς Δεν περνάς κυρά Μαρία. Δεν περνάς περνάς. Θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, δεν περνώ θα υπάγω εις τους κήπους, δεν περνώ, περνώ.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free