στραβώνω
Ορισμοί
-
κάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο transitive
-
τυφλώνω, συνήθως μεταφορικά transitive
-
γίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος intransitive
-
παίρνω λανθασμένη ή κακή τροπή figuratively, intransitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of στραβώνω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“στράβωσε λίγο το σύρμα στην άκρη για να μη βρίσκει αντίσταση όταν το σπρώχνεις”
“Ο ήλιος καίει και στραβώνει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)”
“εκτός από όλα τα άλλα στράβωσε και ο άξονας και πρέπει να πάει στην καλίμπρα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free