Σημασία του στραβώνω | Babel Free
stɾaˈvo.noΟρισμοί
-
κάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο transitive
-
τυφλώνω, συνήθως μεταφορικά transitive
-
γίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος intransitive
-
παίρνω λανθασμένη ή κακή τροπή figuratively, intransitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of στραβώνω.
Ισοδύναμα
Ελληνικά
κουμπώνω
Suomi
antaa periksi
kiepahtaa
kiinnittää
notko
nurjahtaa
solki
taivuttaa
vääntää
valmistautua
varautua
Français
aller
aller
aveugler
boucler
céder
de travers
de travers
déformer
gauchir
Renoncer
s’affaisser
s’écrouler
se déformer
tordre
ქართული
აბზინდა
한국어
쭈그리다
Te Reo Māori
pine
Македонски
закопчува
Παραδείγματα
“στράβωσε λίγο το σύρμα στην άκρη για να μη βρίσκει αντίσταση όταν το σπρώχνεις”
“Ο ήλιος καίει και στραβώνει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)”
“εκτός από όλα τα άλλα στράβωσε και ο άξονας και πρέπει να πάει στην καλίμπρα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free