HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στραβώνω | Babel Free

Verb CEFR B2
/stɾaˈvo.no/

Ορισμοί

  1. κάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο
    transitive
  2. τυφλώνω, συνήθως μεταφορικά
    transitive
  3. γίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος
    intransitive
  4. παίρνω λανθασμένη ή κακή τροπή
    figuratively, intransitive

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“στράβωσε λίγο το σύρμα στην άκρη για να μη βρίσκει αντίσταση όταν το σπρώχνεις”
“Ο ήλιος καίει και στραβώνει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)”
“εκτός από όλα τα άλλα στράβωσε και ο άξονας και πρέπει να πάει στην καλίμπρα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στραβώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course