Meaning of στραβώνω | Babel Free
/stɾaˈvo.no/Ορισμοί
-
κάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο transitive
-
τυφλώνω, συνήθως μεταφορικά transitive
-
γίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος intransitive
-
παίρνω λανθασμένη ή κακή τροπή figuratively, intransitive
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“στράβωσε λίγο το σύρμα στην άκρη για να μη βρίσκει αντίσταση όταν το σπρώχνεις”
“Ο ήλιος καίει και στραβώνει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)”
“εκτός από όλα τα άλλα στράβωσε και ο άξονας και πρέπει να πάει στην καλίμπρα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.