Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στραβώνω |
| εσύ | στραβώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραβώνει |
| εμείς | στραβώνουμε |
| εσείς | στραβώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραβώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | στράβωνα |
| εσύ | στράβωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στράβωνε |
| εμείς | στραβώναμε |
| εσείς | στραβώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στράβωναν |
Αόριστος
| εγώ | στράβωσα |
| εσύ | στράβωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στράβωσε |
| εμείς | στραβώσαμε |
| εσείς | στραβώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στράβωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στραβώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στραβώσω |
| εσύ | στραβώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραβώσει |
| εμείς | στραβώσουμε |
| εσείς | στραβώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραβώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στράβωνε |
| εσείς | στραβώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στράβωσε |
| εσείς | στραβώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στραβώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στραβώνομαι |
| εσύ | στραβώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραβώνεται |
| εμείς | στραβωνόμαστε |
| εσείς | στραβώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραβώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | στραβωνόμουν |
| εσύ | στραβωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραβωνόταν |
| εμείς | στραβωνόμασταν |
| εσείς | στραβωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραβώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | στραβώθηκα |
| εσύ | στραβώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραβώθηκε |
| εμείς | στραβωθήκαμε |
| εσείς | στραβωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραβώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στραβωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στραβωθώ |
| εσύ | στραβωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραβωθεί |
| εμείς | στραβωθούμε |
| εσείς | στραβωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραβωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στραβώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στραβώσου |
| εσείς | στραβωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στραβωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.