HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στραβώνω — definition

Conjugation of στραβώνω

Regular CEFR B2
stɾaˈvo.no

γίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στραβώνω
εσύ στραβώνεις
αυτός / αυτή / αυτό στραβώνει
εμείς στραβώνουμε
εσείς στραβώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά στραβώνουν
Παρατατικός
εγώ στράβωνα
εσύ στράβωνες
αυτός / αυτή / αυτό στράβωνε
εμείς στραβώναμε
εσείς στραβώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά στράβωναν
Αόριστος
εγώ στράβωσα
εσύ στράβωσες
αυτός / αυτή / αυτό στράβωσε
εμείς στραβώσαμε
εσείς στραβώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στράβωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στραβώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στραβώσω
εσύ στραβώσεις
αυτός / αυτή / αυτό στραβώσει
εμείς στραβώσουμε
εσείς στραβώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στραβώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στράβωνε
εσείς στραβώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στράβωσε
εσείς στραβώστε
Απαρέμφατο αορίστου
στραβώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στραβώνομαι
εσύ στραβώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στραβώνεται
εμείς στραβωνόμαστε
εσείς στραβώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στραβώνονται
Παρατατικός
εγώ στραβωνόμουν
εσύ στραβωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στραβωνόταν
εμείς στραβωνόμασταν
εσείς στραβωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στραβώνονταν
Αόριστος
εγώ στραβώθηκα
εσύ στραβώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στραβώθηκε
εμείς στραβωθήκαμε
εσείς στραβωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στραβώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στραβωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στραβωθώ
εσύ στραβωθείς
αυτός / αυτή / αυτό στραβωθεί
εμείς στραβωθούμε
εσείς στραβωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στραβωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στραβώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στραβώσου
εσείς στραβωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στραβωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary