HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στέψη | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈste.psi/

Ορισμοί

  1. το στεφάνωμα
  2. η επίσημη τελετή ανάληψης της εξουσίας από ηγεμόνα, κατά την οποία υψηλόβαθμος κληρικός (πατριάρχης, πάπας κ.ά.) βάζουν το στέμμα στην κεφαλή του ηγεμόνα
    especially
  3. η ανάδειξη νικητή σε διαγωνισμούς (π.χ. καλλιστεία) με ανάλογη διαδικασία και τελετουργικό
    broadly
  4. η διαδικασία και η τελετή του στεφανώματος κατά τον γάμο
    broadly
  5. το τμήμα ενός κτίσματος ή μιας κατασκευής που βρίσκεται στην κορυφή του

Ισοδύναμα

English Coronation

Παραδείγματα

“Δεν έχει εξακριβωθεί αν η στέψη ήταν προσυμφωνημένη με τον Καρλομάγνο ή αν αποτελούσε πρωτοβουλία του πάπα με σκοπό να δεθεί ακόμη περισσότερο με την αγία έδρα ο βασιλιάς των Φράγκων και να συνεχίσει να της παρέχει την προστασία του. (*)”
“Το 2006 πήρε ξανά μέρος στα καλλιστεία και έγινε αμέσως γνωστή εξαιτίας της αντίδρασής της κατά τη διάρκεια της στέψης της ως αναπληρωματική Σταρ Ελλάς, επισκιάζοντας τη νικήτρια. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στέψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course