Meaning of στέψη | Babel Free
/ˈste.psi/Ορισμοί
- το στεφάνωμα
-
η επίσημη τελετή ανάληψης της εξουσίας από ηγεμόνα, κατά την οποία υψηλόβαθμος κληρικός (πατριάρχης, πάπας κ.ά.) βάζουν το στέμμα στην κεφαλή του ηγεμόνα especially
-
η ανάδειξη νικητή σε διαγωνισμούς (π.χ. καλλιστεία) με ανάλογη διαδικασία και τελετουργικό broadly
-
η διαδικασία και η τελετή του στεφανώματος κατά τον γάμο broadly
- το τμήμα ενός κτίσματος ή μιας κατασκευής που βρίσκεται στην κορυφή του
Ισοδύναμα
English
Coronation
Παραδείγματα
“Δεν έχει εξακριβωθεί αν η στέψη ήταν προσυμφωνημένη με τον Καρλομάγνο ή αν αποτελούσε πρωτοβουλία του πάπα με σκοπό να δεθεί ακόμη περισσότερο με την αγία έδρα ο βασιλιάς των Φράγκων και να συνεχίσει να της παρέχει την προστασία του. (*)”
“Το 2006 πήρε ξανά μέρος στα καλλιστεία και έγινε αμέσως γνωστή εξαιτίας της αντίδρασής της κατά τη διάρκεια της στέψης της ως αναπληρωματική Σταρ Ελλάς, επισκιάζοντας τη νικήτρια. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.