Meaning of σούφρα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- πτυχή που έχει δημιουργηθεί από δίπλωμα ή ζάρωμα σε ύφασμα ή δέρμα
-
ο πρωκτός και ειδικότερα το τμήμα που αποτελεί τον σφιγκτήρα, η κωλοτρυπίδα vulgar
-
η μεγάλη εύνοια της τύχης figuratively, vulgar
-
το κλέψιμο vulgar
-
το κλοπιμαίο broadly, vulgar
Ισοδύναμα
English
Ruffle
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.