Meaning of πλάνη | Babel Free
/ˈpla.ni/Ορισμοί
- η λανθασμένη γνώμη, η πίστη σε κάτι ψευδές
- εργαλείο για την λείανση ξύλινων επιφανειών, το ροκάνι
- δικαστική πλάνη
Παραδείγματα
“πέφτω σε πλάνη”
“※ Άξαφνα ανοίγει ένα παράθυρο. Ο κρότος του νου φάνηκε πως με ξύπνησε από ένα ωραίο όνειρο σε μιαν άσχημη ζωή. Είχα καταλάβει πια την πλάνη μου. Στο σπίτι μας δεν άνοιγαν ποτέ έτσι τα παράθυρα αν χτυπούσε η πόρτα. (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.