Σημασία του ματαιοδοξία | Babel Free
ma.te.o.ðoˈksi.aΟρισμοί
η ιδιότητα του ματαιόδοξου· το να νοιάζεται κανείς και να επιδιώκει πράγματα μάταια, ασήμαντα, και να τα επιδεικνύει
Ισοδύναμα
Български
суета
Suomi
turhamaisuus
Italiano
vanagloria
ქართული
პატივმოყვარეობა
Português
vanglória
Română
orgoliu
Українська
марносла́вство
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.