Meaning of παύλα | Babel Free
/ˈpa.vla/Ορισμοί
- μικρή οριζόντια γραμμούλα στο ύψος της μέσης κεφαλαίου γράμματος. Χρησιμοποιείται στα κείμενα, στην αρχή μιας ενότητας
- για να δείξει ότι ξεκινάει να μιλάει άλλος ομιλητής, συνήθως και με αλλαγή παραγράφου
- γυναικείο επώνυμο
- κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
- μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων
-
κάθε τυπογραφικό οριζόντιο σημάδι που μοιάζει με παύλα familiar, general
Παραδείγματα
“διπλή παύλα ― diplí pávla (two dashes used instead of parentheses)”
“σύμβολο: — διαφορετικό από το ενωτικό -”
“στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )”
“δείτε επίσης: glob”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.