Σημασία του παύλα | Babel Free
ˈpa.vlaΟρισμοί
- μικρή οριζόντια γραμμούλα στο ύψος της μέσης κεφαλαίου γράμματος. Χρησιμοποιείται στα κείμενα, στην αρχή μιας ενότητας
- για να δείξει ότι ξεκινάει να μιλάει άλλος ομιλητής, συνήθως και με αλλαγή παραγράφου
- γυναικείο επώνυμο
- κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
- μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων
-
κάθε τυπογραφικό οριζόντιο σημάδι που μοιάζει με παύλα familiar, general
Ισοδύναμα
Deutsch
Bindestrich
Divis
düsen
Gedankenstrich
Halbgeviertstrich
potztausend
preschen
Prise
Querstrich
Spiegelstrich
Trennungsstrich
Trennungszeichen
übergießen
Viertelgeviertstrich
Français
briser
cingler
dash
demi-cadratin
détruire
fracasser
hyphen
s’élancer
soupçon
sprint
ta
Tiret
tiret demi-cadratin
trait d’union
traitillé
zeste
Íslenska
stutt þankastrik
Македонски
средна црта
Nederlands
half kastlijntje
koppelteken
smijten
streep
streepje
trait-d'union
verbindingsstreepje
verbindingsteken
Tiếng Việt
tiêu tùng
Παραδείγματα
“διπλή παύλα ― diplí pávla (two dashes used instead of parentheses)”
“σύμβολο: — διαφορετικό από το ενωτικό -”
“στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )”
“δείτε επίσης: glob”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free