HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παύλα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈpa.vla/

Ορισμοί

  1. μικρή οριζόντια γραμμούλα στο ύψος της μέσης κεφαλαίου γράμματος. Χρησιμοποιείται στα κείμενα, στην αρχή μιας ενότητας
  2. για να δείξει ότι ξεκινάει να μιλάει άλλος ομιλητής, συνήθως και με αλλαγή παραγράφου
  3. γυναικείο επώνυμο
  4. κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
  5. μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων
  6. κάθε τυπογραφικό οριζόντιο σημάδι που μοιάζει με παύλα
    familiar, general

Ισοδύναμα

English dash en dash

Παραδείγματα

“διπλή παύλα ― diplí pávla (two dashes used instead of parentheses)”
“σύμβολο: — διαφορετικό από το ενωτικό -”
“στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )”
“δείτε επίσης: glob”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παύλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course