παύλα
Ορισμοί
- μικρή οριζόντια γραμμούλα στο ύψος της μέσης κεφαλαίου γράμματος. Χρησιμοποιείται στα κείμενα, στην αρχή μιας ενότητας
- για να δείξει ότι ξεκινάει να μιλάει άλλος ομιλητής, συνήθως και με αλλαγή παραγράφου
- γυναικείο επώνυμο
- κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
- μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων
-
κάθε τυπογραφικό οριζόντιο σημάδι που μοιάζει με παύλα familiar, general
Ισοδύναμα
14 more languages
DeutschBindestrichDivisdüsenGedankenstrichHalbgeviertstrichpotztausendpreschenPriseQuerstrichSpiegelstrichTrennungsstrichTrennungszeichenübergießenViertelgeviertstrich
Íslenskastutt þankastrik
Македонскисредна црта
Nederlandshalf kastlijntjekoppeltekensmijtenstreepstreepjetrait-d'unionverbindingsstreepjeverbindingsteken
Tiếng Việttiêu tùng
Παραδείγματα
“διπλή παύλα ― diplí pávla (two dashes used instead of parentheses)”
“σύμβολο: — διαφορετικό από το ενωτικό -”
“στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )”
“δείτε επίσης: glob”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free