πασπατεύω
Ορισμοί
-
αγγίζω με τα ακροδάχτυλα προσπαθώντας να το(ν) ανιχνεύσω, να το(ν) διερευνήσω familiar, vulgar
-
ψαχουλεύω, αγγίζω απαλά familiar, vulgar
-
αγγίζω ερωτικά broadly, familiar, vulgar
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πασπατεύω.
Ισοδύναμα
Françaistripoter
Παραδείγματα
“※ Δε μας άκουσε που πασπατεύαμε τα ετοιμόρροπα συρτάρια για να βρούμε το κλειδί του υπογείου. (Γιάννης Ξανθούλης (1987), Το πεθαμένο λικέρ [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free