Meaning of πασπατεύω | Babel Free
/pa.spaˈte.vo/Ορισμοί
-
αγγίζω με τα ακροδάχτυλα προσπαθώντας να το(ν) ανιχνεύσω, να το(ν) διερευνήσω familiar, vulgar
-
ψαχουλεύω, αγγίζω απαλά familiar, vulgar
-
αγγίζω ερωτικά broadly, familiar, vulgar
Παραδείγματα
“※ Δε μας άκουσε που πασπατεύαμε τα ετοιμόρροπα συρτάρια για να βρούμε το κλειδί του υπογείου. (Γιάννης Ξανθούλης (1987), Το πεθαμένο λικέρ [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.