HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πασπατεύω | Babel Free

Verb CEFR B2
/pa.spaˈte.vo/

Ορισμοί

  1. αγγίζω με τα ακροδάχτυλα προσπαθώντας να το(ν) ανιχνεύσω, να το(ν) διερευνήσω
    familiar, vulgar
  2. ψαχουλεύω, αγγίζω απαλά
    familiar, vulgar
  3. αγγίζω ερωτικά
    broadly, familiar, vulgar

Ισοδύναμα

English finger Grope

Παραδείγματα

“※ Δε μας άκουσε που πασπατεύαμε τα ετοιμόρροπα συρτάρια για να βρούμε το κλειδί του υπογείου. (Γιάννης Ξανθούλης (1987), Το πεθαμένο λικέρ [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πασπατεύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course