HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πασπατεύω — definition

Conjugation of πασπατεύω

Regular CEFR B2
pa.spaˈte.vo

αγγίζω με τα ακροδάχτυλα προσπαθώντας να το(ν) ανιχνεύσω, να το(ν) διερευνήσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πασπατεύω
εσύ πασπατεύεις
αυτός / αυτή / αυτό πασπατεύει
εμείς πασπατεύουμε
εσείς πασπατεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπατεύουν
Παρατατικός
εγώ πασπάτευα
εσύ πασπάτευες
αυτός / αυτή / αυτό πασπάτευε
εμείς πασπατεύαμε
εσείς πασπατεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπάτευαν
Αόριστος
εγώ πασπάτεψα
εσύ πασπάτεψες
αυτός / αυτή / αυτό πασπάτεψε
εμείς πασπατέψαμε
εσείς πασπατέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπάτεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασπατέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πασπατέψω
εσύ πασπατέψεις
αυτός / αυτή / αυτό πασπατέψει
εμείς πασπατέψουμε
εσείς πασπατέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπατέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πασπάτευε
εσείς πασπατεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πασπάτεψε
εσείς πασπατέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
πασπατέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πασπατεύομαι
εσύ πασπατεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πασπατεύεται
εμείς πασπατευόμαστε
εσείς πασπατεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπατεύονται
Παρατατικός
εγώ πασπατευόμουν
εσύ πασπατευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πασπατευόταν
εμείς πασπατευόμασταν
εσείς πασπατευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πασπατεύονταν
Αόριστος
εγώ πασπατεύτηκα
εσύ πασπατεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό πασπατεύτηκε
εμείς πασπατευτήκαμε
εσείς πασπατευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπατεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασπατευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πασπατευτώ
εσύ πασπατευτείς
αυτός / αυτή / αυτό πασπατευτεί
εμείς πασπατευτούμε
εσείς πασπατευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπατευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πασπατεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πασπατέψου
εσείς πασπατευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πασπατευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary