Meaning of Πάνας | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- όνομα αρχαίας ελληνικής θεότητας και μυθολογικού ήρωα, η λατρεία του οποίου ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ελλάδα
-
γενική ενικού του πάνα genitive, singular
- ο πρώτος σε απόσταση φυσικός δορυφόρος του Κρόνου
Ισοδύναμα
English
Pan
Παραδείγματα
“η λατρεία του Πάνα ξεκίνησε πιθανόν από τους βοσκούς της Αρκαδίας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.